Αρχική arrow Νομολογία arrow ΣτΕ 3226/2011 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΑΞΕΙΣ
ΣτΕ 3226/2011 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΑΞΕΙΣ

                           
ΣτΕ 3226/2011 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΑΞΕΙΣ 

(ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗ)

 6. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 2934/1993, 1722/1983 Ολοµ.) δεν κωλύεται ο κοινός νοµοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρµοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συµπτύσσει τη βαθµολογική κλίµακα, εφόσον µε τις ρυθµίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως είτε μεμονωμένως είτε δια της καταργήσεως ολοκλήρου της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣΕ 1033/1977 Ολομ., 466/1984). Επί απολύσεως δε δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξάλλου, ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρύθμισης, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ 4237/2005, πρβλ. ΣτΕ 2307, 2841/1988). 
 7. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η κατάργηση των προσωποπαγών θέσεων των μονίμων υπαλλήλων, που υπηρετούσαν με διαρκή απόσπαση στις Ν.Α., ήταν συνέπεια της καταργήσεως, με το άρθρο 39 του ν. 2218/1994, των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών που συγκροτούσαν τη νομαρχία ως αποκεντρωμένη μονάδα της κρατικής διοικήσεως. Εφόσον δε η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων νομαρχιακού επιπέδου περιήλθε στην αρμοδιότητα των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων εξέλιπε η ανάγκη διατηρήσεως των αντιστοίχων οργανικών θέσεων της κρατικής διοικήσεως. Μετά την κατάργηση των προσωποπαγών αυτών θέσεων ο νομοθέτης μπορούσε να προβλέψει την απόλυση ή την τοποθέτηση των υπαλλήλων που κατείχαν τις συγκεκριμένες θέσεις σε άλλη υπηρεσία. Αντί τούτου με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 επιλέγει την μετάταξη των υπαλλήλων αυτών σε κενές οργανικές θέσεις των Ν .Α. και σε αντίστοιχους κλάδους και, αν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις ή αντίστοιχοι κλάδοι, σε προσωποπαγείς θέσεις ή και σε προσωρινούς κλάδους, που συνιστώνται αυτοδίκαια, με την έναρξη ισχύος του νόμου. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει ο μετατασσόμενος, με την τυχόν διατηρούμενη σε αυτό διαφορά. Οι μετατασσόμενοι και μετά τη μετάταξή τους, υπάγονται στα ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας που υπάγονταν και πριν από τη μετάταξη. Ακολουθούν το μισθολογικό καθεστώς και λαμβάνουν όλα τα επιδόματα που έχουν οι υπάλληλοι του υπουργείου από το οποίο προέρχονται. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνουν τις αποδοχές με όλα τα επιδόματα που προβλέπει το καθεστώς της Ν.Α. για υπαλλήλους με τα ίδια τυπικό και ουσιαστικά προσόντα και την ίδια εργασία, εφόσον αυτές είναι ανώτερες. Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών του νόμου, η θέση της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως, στην οποία μετατάσσεται ο εκκαλών, είναι, κατ' ουσίαν, από απόψεως αντικειμένου, καθηκόντων και αποδοχών, όμοια προς τις καταργούμενες (βλ ΣτΕ 4237/2005 ΣτΕ 3807/1972), οι δε μετατασσόμενοι, ως μόνιμοι υπάλληλοι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εξακολουθούν να απολαύουν της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 6 του Συντάγματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο η διάταξη του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 αντίκειται προς τη διάταξη του άρθρου 103 παρ- 4 του Συντάγματος ως εκ του ότι οι εκκαλούντες επέλεξαν από την αρχή της σταδιοδρομίας τους να είναι υπάλληλοι του Δημοσίο, ενώ με την αυτοδικαία μετάταξη κατέστησαν υπάλληλοι Ν.Α., δηλαδή νομικού προσωπου δημοσίου δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΣτΕ 4237/2005). 
 8. Επειδή, ναι μεν η μετάταξη αναλύεται θεωρητικώς σε απόλυση από μία θέση και διορισμό σε ομοιόβαθμη θέση άλλης υπηρεσίας της Διοικήσεως, η μεταβολή όμως αυτή επέρχεται χωρίς κάποια διακοπή της υπαλληλικής ιδιότητας του μετατασσομένου δεδομένου ότι και οι δύο πράξεις συμπίπτουv χρονικώς. Συνεπώς, επί μετατάξεως δεν πρόκειται περί μεταβολής της καταστάσεως του υπαλλήλου εξ εκείνων για τις οποίες υφiσταται η ειδική προστασία του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου μόνο για την απόλυση εκείνη η οποία επάγεται λύση της υπαλληλικής σχέσεως (βλ. ΣτΕ 4237/2005 και ΣτΕ 1704-1706, 1713/1955, 1236/1958). Εξάλλου, εν προκειμένω, οι θέσεις του προσωπικού που υπηρετούσε με απόσπαση είχαν ήδη διαχωριστεί με την παράγρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 2218/1994 έναντι των θέσεων των Κεντρικών Υπηρεσιών των Υπουργείων δοθέντος ότι εκδόθηκαν δύο φορές (με βάση το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 2218/1994 και με βάση την παραγρ. 18 του δευτέρου άρθρου του ν. 2683/1999) διαπιστωτικές πράξεις κατατάξεώς τους σε προσωποπαγείς θέσεις χωρίς οι πράξεις αυτές να αμφισβητηθούν από τους εκκαλούντες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι για την αυτοδικαία μετάταξη του εκκαλούντος δεν απαιτείτο να τηρηθεί προηγουμένως ο ουσιώδης τύπος της προηγουμένης αποφάσεως του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου του Υπουργείου και κατά τον οποίο η τήρηση του ουσιώδους, κατά τον εκκαλούντα αυτού τύπου, απαιτείτο αφ' ενός μεν γιατί η μετάταξη του δημοσίου υπαλλήλου αναλύεται σε απόλυση από τη θέση που κατέχει και στο διορισμό του στη θέση στην οποία μετατάσσεται, και αφ' ετέρου διότι, κατά τον εκκαλούντα, έπρεπε να συγκριθεί από τα οικεία υπηρεσιακά συμβούλια με τους υπόλοιπους ομοιόβαθμους υπαλλήλους του Υπουργείου του (ΣτΕ 4237/2005). 
 9. Επειδή, η μετάταξη, ως υπηρεσιακή μεταβολή, δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στην ειδική προστασία του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 4237/2005 και 1704-06, 1713/1955), συνεπάγεται όμως ουσιώδη μεταβολή της υπηρεσιακής καταστάσεως του μονίμου υπαλλήλου και όταν προβλέπεται χωρίς τη συναίνεση αυτού αποτελεί μέτρο εξαιρετικής φύσεως και είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου προς εξυπηρέτηση υπηρεσιακής ανάγκης (βλ. ΣτΕ 4237/2005 και πρβλ. ΣτΕ 1236/1958, 393/1959, 1562/1973). Εν προκειμένω, ενόψει του ότι το μέτρο των αυτοδικαίων μετατάξεων υπαγορεύθηκε από την ανάγκη του οργανωτικού επανασχεδιασμού των Υπουργείων και των Ν.Α. και την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργούσε το ιδιόρρυθμο καθεστώς της διαρκούς αποσπάσεως των ήδη μετατασσομένων υπαλλήλων επιτρεπτώς προβλέφθηκε η διενέργεια των επιδίκων μετατάξεων, ανεξαρτήτως της βουλήσεως των υπαλλήλων αυτών, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με' την κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (ΣτΕ 4237/2005).
10. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα ήδη εκτεθέντα, οι θέσεις του προσωπικού που υπηρετούσε με απόσπαση στις Ν.Α., είχαν ήδη διαχωριστεί πρώτα με την παράγρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 2218/1994 και εν συνεχεία με την παράγρ. 18 του δευτέρου άρθρου του ν. 2683/1999 έναντι των θέσεων των ομοιοβάθμων υπαλλήλων των Κεντρικών Υπηρεσιών (Κ,Υ.) των Υπουργείων και είχαν εκδοθεί αντίστοιχες διαπιστωτικές πράξεις κατατάξεως του ως άνω προσωπικού σε προσωποπαγείς θέσεις χωρίς οι πράξεις αυτές να αμφισβητηθούν από τους εκκαλούντες. Επομένως, ο λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να προηγηθεί της επιδίκου αυτοδικαίας μετατάξεως απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο θα έκρινε ποιοι εκ του συνόλου των ομοιοβάθμων υπαλλήλων κάθε Υπουργείου έπρεπε να μεταταγούν, και ότι η επίδικη ρύθμιση του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας ως εκ του ότι επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση για το προσωπικό εκείνο που υπηρετούσε με απόσπαση στις Ν.Α. έναντι εκείνου των Κ.Υ. των Yτroυργείων πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. (ΣτΕ 4237/2005). ΕπΙσης, απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης βάσεως είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, σύμφωνα με τον οποίο σκοπός των αυτοδικαίων μετατάξεων του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 είναι η απαλλαγή της Πολιτείας από τον μεγάλο αριθμό των υπαλλήλων των Υπουργείων, προκειμένου τα τελευταία να μετατραπούν σε μικρά και ευέλικτα οργανωτικά σχήματα και ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας επελέγησαν τυχαία όσοι ευρέθησαν να υπηρετούν το έτος 1994 στις αποκεντρωμένες νομαρχιακές υπηρεσίες, δεδομένου ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ο σκοπός των αυτοδικαίων μετατάξεων με βάση την επίμαχη διάταξη ήταν η ανάγκη αντιμετωπίσεως των σοβαρών προβλημάτων που δημιούργησε στη δημόσια Διοίκηση η παράταση του ιδιόρρυθμου υπηρεσιακού καθεστώτος των υπαλλήλων με διαρκή απόσπαση (ΣτΕ 4237/2005). Περαιτέρω, δε, επιτρεπτώς εξαιρέθηκαν από τις αυτοδίκαιες μετατάξεις όσοι εκ των αρχικώς υπηρετούντων στις Ν.Α. υπαλλήλων με διαρκή απόσπαση είχαν κριθεί και είχαν, κατά τη δημοσίευση του ν. 2910/2001, επιλεγεί ως προϊστάμενοι τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ν. 2910/2001, διατηρούν την προσωποπαγή θέση που κατέχουν στο Υπουργείο που υπηρετούν. Και τούτο διότι οι εν λόγω υπάλληλοι με την επιλογή και τοποθέτησή τους ως προϊστάμενοι σε οργανικές μονάδες των Υπουργείων έπαυσαν να παρέχουν υπηρεσίες στις Ν.Α. με σχέση διαρκούς αποσπάσεως και, συνεπώς, τελούσαν υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με τους υπαλλήλους, οι οποίοι μετετάγησαν αυτοδικαίως με την επίμαχη ρύθμιση (ΣτΕ 4237/2005).
11. Επειδή, στο άρθρο 102 παρ. 1 περιοδ. δ' του Συντάγματος ορίζεται ότι «Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους», στο δε άρθρο 77 παρ. 1 περίοδ. ε του ν. 2910/2001 ότι «Για την αυτοδίκαιη μετάταξη των ανωτέρω εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Νομάρχη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Με βάση την τελευταία διάταξη εκδόθηκε η προσβληθείσα ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου υπ' αριθμ. 6222/2-8.2001 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου - Χανίων, με την οποία διαπιστώθηκε η μετάταξη του εκκαλούντος από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών του οποίου ήταν υπάλληλος στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, από 2.5.2001, η απόφαση δε αυτή δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, επιτρεπτώς ανατέθηκε στον οικείο Νομάρχη η αρμοδιότητα εκδόσεως της διαπιστωτικής πράξεως για την αυτοδίκαιη μετάταξη των ως άνω υπαλλήλων και συνεπώς αρμοδίως εν προκειμένω εκδόθηκε η διαπιστωτική πράξη περί αυτοδικαίας μετατάξεως του εκκαλούντος από το Νομάρχη Ηρακλείου - Χανίων, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (ΣτΕ 4235/2005) 
12. Επειδή, ενόψει του ότι παρέχεται στο νομοθέτη η ευχέρεια (βλ. ΣτΕ 2934/1993, 1715/1983 Ολομ.), κατ' εκτίμηση του προσφορότερου τρόπου οργανώσεως και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης για την καλύτερη εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, να καταργεί οργανικές θέσεις και σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως να τον απολύει ή να τον τοποθετεί σε άλλη υπηρεσία, η επιλογή του μέτρου των αυτοδικαίων μετατάξεων, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη του οργανωτικού επανασχεδιασμού των Υπουργείων και των Ν.Α. και την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργούσε το ιδιόρρυθμο καθεστώς της διαρκούς αποσπάσεως των ως άνω υπαλλήλων, δεν παρίσταται καταδήλως αυθαίρετη και απολύτως απρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου νομοθετικού σκοπού (ΣτΕ 4237/2005 και πρβλ. ΣτΕ 1512, 4230/2002, 866/2001). Επομένως, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, όπως αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, η περαιτέρω δε αμφισβήτηση ενώπιον των δικαστηρίων, των ουσιαστικών επιλογών του νομοθέτη ως προς το προκριτέο μέσο επιτεύξεως του νομοθετικού σκοπού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ενόψει δε και του ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 δεν θίγουν το περιεχόμενο της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η αυτοδίκαιη μετάταξη του Εκκαλούντος δεν παρίστανται αντίθετες προς την αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης (ΣτΕ 4237/2005), αλλά ούτε και προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως.
13. Επειδή, με την από 25.9.2001 αίτηση ακυρώσεως ο ήδη εκκαλών ούτε είχε προσδιορίσει συγκεκριμένα την οικογενειακή του κατάσταση ούτε ανέφερε τον τόπο εγκαταστάσεως της οικογένειάς του, και ως εκ τούτου δε δεν προσδιόρισε τη βλάβη που αυτή θα υποστεί από την εφαρμογή της προσβληθείσης υπ' αριθμ. 6222/2.8.2001 πράξεως του Νομάρχη Ηρακλείου- Χανίων. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως που είχε προβάλει, ότι η κατ' άρθρον 77 του Ν. 2910/2001 μετάταξή του αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις οποίες προστατεύεται ο θεσμός της οικογένειας, ήταν απορριπτέος ως αόριστος και άρα ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρώς από το δικάσαν δικαστήριο. Άλλωστε, η προστασία της οικογένειας δεν έχει συγκεκριμένο πάντα περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότεροι τρόποι προστασίας της και η έκταση της προστασίας αυτής καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη εντός των ορίων που διαγράφουν άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές (ΣτΕ 4237/2005). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

 

 

 
WebDiodos